User Rating: 0 / 5

Star InactiveStar InactiveStar InactiveStar InactiveStar Inactive
 

Ήταν 13 Σεπτεμβρίου του 1922 όταν ξεκίνησε η πυρπόληση και η καταστροφή της Σμύρνης... Ο Γιώργος Τσακίρης θυμάται το αριστούργημα της Διδούς Σωτηρίου («Ματωμένα Χώματα») το οποίο πάντα διαβάζει τέτοια μέρα, αρνείται να ξεχάσει χρόνια τώρα όσα έχει μάθει και γράφει στο blog του για την προσφυγιά... Φαντάζομαι πως όλοι έχετε νιώσει και αισθανθεί πολλές στιγμές της ζωής σας το σώμα σας να παγώνει, να μη νιώθει, αλλά κι έναν κρύο ιδρώτα, ένα ρίγος με το οποίο ο οργανισμός σου σε προειδοποιεί ότι κάτι συμβαίνει... Ακολουθεί ένα απότομο και άμεσο βούρκωμα, προσπαθείς να συγκρατηθείς μα δεν γίνεται, το δάκρυ ξεφεύγει, κυλάει, δεν πονάς όμως (τουλάχιστον σωματικά), απλά δακρύζεις, κλαις και αισθάνεσαι πίκρα έχοντας ταυτόχρονα την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου... Λίγο μελό, ε; Συγχωρέστε με, μα έχω χαθεί λίγο στις σκέψεις μου και στις αναμνήσεις μου από όσα έχω διαβάσει, μάθει, παρακολουθήσει και όσα μου έχουν αφηγηθεί για το τότε... Για τις 13 Σεπτεμβρίου του 1922 και όσα έγιναν στη Μικρά Ασία και τη Σμύρνη. Πρόκειται για την πρώτη μέρα, για την έναρξη επί της ουσίας της πυρπόλησης και τελικά της καταστροφής της Σμύρνης...

Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, σίγουρα τίποτα δεν είναι το ίδιο και δεν πρόκειται να γίνει ίδιο ποτέ ξανά. Χωρίς καμία απολύτως δόση εθνικιστικής διάθεσης (μην παρεξηγηθώ παρακαλώ), απλά δεν μπορούσα να μη... χαθώ ξανά στις ίδιες αναμνήσεις, στα ίδια βίντεο, στις ίδιες αφηγήσεις... Μου ήταν αδύνατον να μη θυμηθώ, να ξεχάσω έτσι απλά και να προσπεράσω όσα έχω μάθει. Πρέπει να αποδίδουμε τιμή και σεβασμό. Κάθε χρονιά άλλωστε, τέτοια μέρα, διαβάζω ξανά από την αρχή (και το τελειώνω σε μία μέρα) το αριστούργημα της Διδούς Σωτηρίου, το βιβλίο της με τίτλο «Ματωμένα Χώματα».

Θαρρώ χωρίς να θέλω να προσβάλω κάποιον, πως στη συντριπτική σας πλειονότητα το γνωρίζετε το συγκεκριμένο βιβλίο-αριστούργημα. Όσες, μα όσες φορές το διαβάσω, αισθάνομαι ακριβώς τα ίδια πράγματα: την ίδια ανατριχίλα, τον ίδιο βουβό πόνο, την ίδια θλίψη. Οι περιγραφές της, οι λεπτομέρειες της σκληρής και ωμής πραγματικότητας που βίωναν οι άνθρωποι, η δίκαιη μοιρασιά ευθυνών παρά τον πόνο και το δράμα για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, είναι μερικά από τα στοιχεία που σε κάνουν να παγώνεις, να χάνεσαι στο παρελθόν και να αντιλαμβάνεσαι τι ακριβώς έγινε τότε, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1922, αλλά και πιο πριν...

Για τις δολοφονίες εν ψυχρώ, τους βιασμούς, τα βασανιστήρια, όλα όσα βίωσαν οι Έλληνες που υποχρεώθηκαν να γίνουν πρόσφυγες εγκαταλείποντας αγαπημένα πρόσωπα (μη γνωρίζοντας αν θα τα ξαναδούν, αν ζουν ή αν πέθαναν), το βιος τους και την αγαπημένη τους πατρίδα. Και για τα γεγονότα πιο μετά όμως, εδώ στην Ελλάδα, την αφιλόξενη (στις αρχές) νέα πατρίδα τους. Διότι οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία ήταν: πρόσφυγες κυνηγημένοι από Τούρκους και όταν ήρθαν στην Ελλάδα, για αρκετό καιρό εξακολουθούσαν να είναι πρόσφυγες κυνηγημένοι, αλλά τούτη τη φορά από τους Έλληνες, από τον τρόπο που τους υποδέχτηκαν και τους συμπεριφέρθηκαν οι... συμπατριώτες τους! Μάλιστα θυμάμαι το 2004 εκείνο το πανό στο ασύγκριτο συλλαλητήριο των οπαδών της ΑΕΚ που έγραφε: «1922 πρόσφυγες κυνηγημένοι από Τούρκους, 2004 πρόσφυγες κυνηγημένοι από Έλληνες»...

Επειδή για μένα ισχύει σε απόλυτο βαθμό (φαντάζομαι το ίδιο και για τους οπαδούς άλλων ομάδων που προέρχονται από τους ίδιους τόπους ή έστω έχουν προσφυγική ιστορία) το «ΑΕΚ σημαίνει προσφυγιά ξεριζωμένη», δεν μπορούσα να μη γράψω λίγα λόγια για τη 13η Σεπτεμβρίου του 1922. Συγχωρέστε με αν σας κούρασα, δεν το ήθελα. Όμως δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ, δεν μπορώ να το κάνω αυτό στη μητέρα μου, στους γονείς της, σε όλους εκείνους που τότε χάθηκαν και σε όλους όσοι έχουν κάτι να θυμούνται από τα... ματωμένα χώματα. Μακάρι να μην υπάρξει ποτέ ξανά, σε ολόκληρο τον κόσμο, πρόσφυγας... Μα ούτε ένας όμως!

Επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω ένα μικρό απόσπασμα από το αριστούργημα της Διδούς Σωτηρίου, να σας το θυμίσω και για όσους δεν το έχετε διαβάσει να σας το γνωρίσω με την προτροπή να το κάνετε άμεσα, διότι είναι το κορυφαίο βιβλίο που έχει γραφτεί ever...

«ΤΟ ΑΛΛΟ ΠΡΩΙ ΜΑΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝΕ χλιμιντρίσματα και καλπασμός αλόγων. Πεταχτήκαμε μεμιάς
ορθοί κι ανοίξαμε τα μάτια μας. Το τούρκικο ιππικό περνούσε καμαρωτό από την παραλία. Κανείς
δεν έβγαλε τσιμουδιά. Και τα μωρά κερώσανε. Μόνο μια πολύ ψιλή παιδική φωνούλα ρώτηξε:
-Τι θα μάς κάνουνε οι Τούρκοι;
Τι θα μας κάνουνε; Αυτή 'ταν ολουνών η αγωνία, μα κανείς δεν τήνε ξεστόμιζε. Από μερικά μπαλκόνια ξένων σπιτιών ακούστηκαν αδύναμα παλαμάκια και “γιασασίν”. Σαν τέλειωσε ή παρέλαση, έγινε νεκρική ησυχία. Η δικιά μας μαούνα ήταν η τελευταία απ' τις εξήντα και βρισκότανε σιμά στην ξηρά. Σε λίγο ακούστηκε τελάλης:
-Μπρε σεις, τι λέει;
-Λέει, νά βγει ο κόσμος και νά πάει στις δουλειές του δίχως νά φοβάται. Κανένας δε θα κακοπάθει.
-Μπορεί ή νίκη νά μερώνει τσ' ανθρώπους, είπε ή μάνα μου . -Οι Μεγάλες Δυνάμεις δώκανε εντολή νά μην ανοίξει ρουθούνι χριστιανικό.
-Αυτή 'ναι ή αλήθεια. Φτάνει το αίμα. Τί τα γενιτσαριά θα 'χουμε;
-Τόσοι στόλοι! Τόσα βασιλικά για τα μάτια ηθαρρέψατε πως στέκουνε δω χάμου ;
Ο αδερφός μου ο Κώστας με πλησίασε όλο χαμόγελα και φουσκώνοντας σαν διάνος, μού 'πε
ειρωνικά:
-Τί γνώμη έχεις τώρα, Μανωλάκη, για το χτήμα π' αγόρασα; Έκανα καλά ή με πέρασε κορόιδο ο μπάρμπα-Θόδωρος;
“Ήμουνα τόσο χαρούμενος πού θα του συγχωρούσα χίλιες τόσες κακοκεφαλιές κι άλλες τόσες
ειρωνείες.”
Όλοι στη μαούνα γινήκαμε τώρα μιά παρέα. Βγάλαμε ό,τι φαγώσιμο είχαμε, παστά,
αυγά, κονσέρβες. Αρχίσαμε τα τραταμέντα και τις τσιρεμόνιες.
Ξάφνου, μέσα στη γενική χαρά, ακούστηκε μια φωνή κι ύστερα πολλές μαζί:
-Φωτιά!
-Φωτιά!
-Βάλαν φωτιά στη Σμύρνη!
Πεταχτήκαμε ορθοί. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό, χοροπηδηχτές.
-Είναι κατά την Αρμενογειτονιά.
-Κατά κει φαίνεται νά 'ναι.
-Πάλι οι Αρμεναίοι θα τα πλερώσουνε!
-Αποκλείεται να κάψουνε ολόκληρη τη Σμύρνη. Ποιό συμφέρον έχουνε; Αφού έγινε πια δική τους... Ποιο συμφέρον είχαμε μεις που καίγαμε τα τουρκοχώρια στην υποχώρηση;
Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το 'να με τ' άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο, αρχίνησε νά τρέχει απ' όλα τα στενοσόκακα και τούς βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σαν μαύρο ποτάμι.
-Σφαγή ! Σφαγή !
-Παναγιά, βοήθα!
-Προφτάστε !
-Σώστε μας!
Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! 'Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.
-Τούρκοι! -Τσέτες!
-Μας σφάζουνε!
-Έλεος!
Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σαν νά 'ναι μόλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τούς τρελαίνουν οι χαντζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!
-Βούρ, κεραταλάρ! (μετάφραση: Χτυπάτε τους τούς κερατάδες!).
Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες τού Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τούς τραβούνε όξω και τούς βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις 'Άγιες Τράπεζες και τ' ατιμάζουνε. Απ' τον Αι-Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει.
Η φωτιά όλη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Γκρεμίζονται τοίχοι, θρυμματίζονται γυαλιά. Οι φλόγες κριτσανίζουνε μαδέρια, έπιπλα και φτούνε σιδερικά ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολόκληρη. Απλώνουν πάνω στα έργα των ανθρώπων και τα διαλύουνε. Σπίτια, εργοστάσια, σκολειά, εκκλησίες, μουσεία, νοσοκομεία, 6ι6λιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, δημιουργίες αιώνων. εξαφανίζουνται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.
"Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε ή Σμύρνη μας! Γκρέμισε ή ζωή μας! Η καρδιά,
τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλυτής άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε, γκιαούρη ! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. "Άνοιξε τα σκέλια σου! Και τ' ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. "Αχ ο τρόμος!
Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναυάρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι τής Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας!
Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια τής χαράς για να μη φτάνουν ίσαμε τ' αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πώς μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε!»...

 

Τιμή, σεβασμό... 13/09/1922!

Γιώργος Τσακίρης